Το 2025 αποτέλεσε αφετηρία ραγδαίων εξελίξεων για τον τραπεζικό και ασφαλιστικό κλάδο στην Ελλάδα, με κύριο χαρακτηριστικό τις διαδοχικές εξαγορές που άλλαξαν τα δεδομένα της αγοράς. Η πιο ηχηρή κίνηση ήταν αυτή της Τράπεζας Πειραιώς, η οποία απέκτησε την Εθνική Ασφαλιστική, ολοκληρώνοντας τη συμφωνία στα τέλη Νοεμβρίου με αντίτιμο 600 εκατομμύρια ευρώ. Λίγο νωρίτερα, τον Οκτώβριο, η Eurobank προχώρησε στην εξαγορά του 80% του τομέα ζωής της Eurolife έναντι 813 εκατομμυρίων ευρώ, εξασφαλίζοντας απόλυτο έλεγχο στον συγκεκριμένο κλάδο της εταιρείας ύστερα από εννέα χρόνια αναμονής.
Οι εξελίξεις δεν περιορίστηκαν στα ελληνικά σύνορα. Στην Κύπρο, η Eurobank, μέσω της Ελληνικής Τράπεζας, απέκτησε την CNP Ασφαλιστική, ενώ η Alpha Bank ανακοίνωσε τη συμφωνία για την εξαγορά της Universal Insurance και της Altius. Έτσι, δύο ελληνικές τράπεζες ελέγχουν πλέον δύο από τους τρεις μεγαλύτερους ασφαλιστικούς ομίλους του νησιού.
Όσον αφορά το 2026, αναμένεται νέος γύρος κινήσεων. Η Εθνική Τράπεζα ετοιμάζεται να γνωστοποιήσει την εξαγορά μειοψηφικού πακέτου περίπου 30% σε θυγατρική μεγάλης διεθνούς ασφαλιστικής που δραστηριοποιείται στην Ελλάδα. Παράλληλα, η Alpha Bank εξετάζει την περαιτέρω ενίσχυση της AlphaLife αλλά και τη διεκδίκηση ακόμα μίας ασφαλιστικής εταιρείας εντός της χώρας. Η CrediaBank, με στόχο να ισχυροποιηθεί ως πέμπτη μεγαλύτερη τράπεζα, έχει αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο εισόδου στον ασφαλιστικό τομέα μέσα στο 2026, όπως αποκάλυψε πρόσφατα η CEO της Ελένη Βρεττού.
Γιατί όμως οι τράπεζες στρέφονται τόσο ενεργά στα ασφαλιστικά προϊόντα; Οι μειώσεις στα επιτόκια της ΕΚΤ το 2025 έφεραν μείωση στα καθαρά έσοδα από τόκους, ωθώντας τις ελληνικές τράπεζες να αναζητήσουν συμπληρωματικές πηγές εσόδων. Οι προμήθειες και τα τέλη απέκτησαν πρωταγωνιστικό ρόλο, με τα έσοδα από προμήθειες να αυξάνονται σημαντικά: από 17% το 2024 στο 21%-25% (για τις περισσότερες συστημικές τράπεζες) τη φετινή χρονιά – με μοναδική εξαίρεση την ΕΤΕ, που παρέμεινε στο 15%. Ενώ στην υπόλοιπη Ευρώπη το bancassurance καλύπτει μέχρι και 64% των τραπεζικών προμηθειών (π.χ. στη Γερμανία), στην Ελλάδα το ποσοστό αυτό ήταν στο 20% το 2024, αλλά παρουσιάζει αυξητικές τάσεις.
Η απόκτηση ασφαλιστικών εταιρειών επιτρέπει στις τράπεζες να δημιουργούν έξυπνα «πακέτα» για τους πελάτες: Το χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι τα στεγαστικά δάνεια, όπου μαζί με τη χορήγηση προσφέρεται και ασφαλιστική προστασία. Έτσι οι τράπεζες αυξάνουν τα κέρδη τους από προμήθειες, προσφέροντας παράλληλα προϊόντα που καλύπτουν ανάγκες όπως η ασφάλιση κατοικίας ενάντια σε φυσικές καταστροφές και η δημιουργία ατομικής σύνταξης μέσω προϊόντων του τρίτου πυλώνα. Όλα αυτά αποτυπώνουν γιατί το “ντόμινο” εξαγορών στον ασφαλιστικό τομέα συνεχίζεται ακάθεκτο.
