
Στα πρώτα χρόνια μετά τη Μεταπολίτευση, η εκπαίδευση λειτουργούσε ως σημαντικό όχημα κοινωνικής ανόδου. Το γυμνάσιο και το λύκειο αποτελούσαν ανταγωνιστικές και απαιτητικές βαθμίδες, δίνοντας σε μαθητές, ακόμη και από φτωχές οικογένειες, την ευκαιρία να αλλάξουν τη ζωή τους μέσω των σπουδών.
Ωστόσο, οι επόμενες δεκαετίες έφεραν σειρά αλλαγών, πάντα με το πρόσχημα του εκσυγχρονισμού ή της ελευθερίας. Η ουσία της εκπαιδευτικής διαδικασίας χάθηκε, καθώς το σχολείο μετατράπηκε σιγά-σιγά σε απλό εξεταστικό κέντρο, μια αδιάφορη διαδρομή με στόχο την αποστήθιση ύλης και όχι τη γνήσια μετάδοση γνώσης ή αξιών. Η σύνδεση με την κοινωνία ξεθώριασε, και σήμερα το σχολείο φαίνεται να λειτουργεί σαν πάτημα για μη απαιτητικές πανεπιστημιακές σπουδές. Τα γυμνάσια και τα λύκεια έχουν χάσει τον αυτόνομο και ουσιαστικό ρόλο τους.
Ύστερα από χρόνια εκπαιδευτικής υποβάθμισης – στασιμότητα στην αναβάθμιση της γνώσης, υποτίμηση τεχνικών σχολών, διάλυση της σχολικής κοινότητας και απουσία αντικειμενικής αξιολόγησης – το υπουργείο Παιδείας κινείται αργά προς μια αόριστη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, η οποία βασίζεται στο περίφημο «εθνικό απολυτήριο».
Το ζητούμενο είναι το εθνικό απολυτήριο να μην αποτελεί απλώς ένα πιστοποιητικό, αλλά να έχει πραγματικό νόημα και σύνδεση με ουσιαστική αξιολόγηση των μαθητών – διαδικασία απαραίτητη αλλά ξεχασμένη, ειδικά κατά το τέλος του λυκείου. Ωστόσο, η κατεύθυνση της υπουργού Παιδείας, Σοφίας Ζαχαράκη, παραμένει ασαφής. Τα πλαίσια, η στρατηγική και ο πρακτικός τρόπος εφαρμογής λείπουν, δημιουργώντας αβεβαιότητα για το μέλλον.
Οι στόχοι της αρμόδιας επιτροπής παραμένουν γενικοί: από ενσυναίσθηση και κατάρτιση έως κάθε άλλη μοντέρνα αρετή ενός συστήματος που όμως δεν λειτουργεί στην πράξη. Τη σύνθεση των επιστημονικών ομάδων χαρακτηρίζει απουσία εκπαιδευτικών με εμπειρία στα λύκεια και περιορισμένη παρουσία ατόμων με επαφή με τη σύγχρονη τεχνολογία. Την ίδια ώρα, οι απόψεις της αντιπολίτευσης περιορίζονται σε στείρα συντεχνιακά αιτήματα χωρίς ουσία.
Το συμπέρασμα; Η προσπάθεια αυτή φαίνεται να γίνεται χωρίς πραγματικούς οραματιστές ή μεταρρυθμιστές και δύσκολα θ’ αλλάξει ουσιαστικά το τοπίο της ελληνικής εκπαίδευσης. Δεν διαγράφεται συγκεκριμένο σχέδιο αναβάθμισης ή αξιολόγησης, ούτε στρατηγική για να μετατραπεί το σχολείο σε φορέα γνώσης και δημιουργίας. Η τεχνική-επαγγελματική εκπαίδευση παραμένει περιθωριοποιημένη, παρά την τεράστια χρησιμότητά της για την αγορά εργασίας.
Χωρίς έμπνευση και νέες ιδέες, τα παιδιά θα συνεχίσουν να βλέπουν το σχολείο σαν τυπικό πέρασμα δίχως ουσία. Η εκπαίδευση σταδιακά μετατρέπεται σε ταξικό προνόμιο, με τους οικονομικά ισχυρούς να στέλνουν τα παιδιά τους σε ποιοτικά σχολεία στην Ελλάδα ή το εξωτερικό, ενώ οι πολλοί διεκδικούν ένα ανέμπνευστο χαρτί χωρίς αντίκρισμα. Τίποτα δεν φαίνεται να αλλάζει. Μακάρι η πραγματικότητα να με διαψεύσει.
Η περίοδος της “Ελεύθερης Γενιάς”: Όταν η Παιδεία έκανε τη διαφορά
Τη δεκαετία του 1970, οι κυβερνήσεις του Κωνσταντίνου Καραμανλή έδωσαν έμφαση στην εκπαίδευση μέσα στο πλαίσιο εμπέδωσης της δημοκρατίας. Το 1976, ο συγγραφέας Γιώργος Ιωάννου κλήθηκε να αναλάβει το πρώτο μαθητικό περιοδικό, την «Ελεύθερη Γενιά», που μεταμόρφωσε με καινοτόμες προσεγγίσεις την κουλτούρα στα ελληνικά σχολεία έως το 1981. Παρά τις αντιδράσεις, αποτέλεσε όαση δημιουργικότητας και ανεξαρτησίας. Εξαφανίστηκε όμως με την άνοδο του Ανδρέα Παπανδρέου στην εξουσία, καθώς θεωρήθηκε «συντηρητική».
Εκείνα τα χρόνια, το υπουργείο Παιδείας επέλεγε ανθρώπους με όραμα, μετατρέποντας το σχολείο σε κέντρο γνώσης και διαμόρφωσης χαρακτήρων. Στις δύσκολες εποχές, το σχολείο είχε αποστολή και αυτοπεποίθηση. Σήμερα, αυτή η αποστολή μοιάζει χαμένη. Μένει να δούμε αν θα υπάρξει ποτέ ξανά γενναία τομή.
