
Τα αυτοάνοσα νοσήματα αποτελούν μια από τις μεγαλύτερες απειλές για την υγεία, αφού πλήττουν το 5-10% του πληθυσμού στις πιο ανεπτυγμένες χώρες. Ο αριθμός των περιστατικών αυξάνεται σταθερά, με τις γυναίκες να κινδυνεύουν περισσότερο από τους άνδρες.
Σε περιπτώσεις που το ίδιο το ανοσοποιητικό σύστημα στρέφεται εναντίον του σώματός του, ο οργανισμός αδυνατεί να διακρίνει τις δικές του πρωτεΐνες και καταστρέφει υγιή κύτταρα και ιστούς, προκαλώντας πάνω από 100 γνωστά αυτοάνοσα νοσήματα. Ρευματοειδής αρθρίτιδα, θυρεοειδίτιδα Hashimoto, συστηματικός ερυθηματώδης λύκος, σκλήρυνση κατά πλάκας και διαβήτης τύπου 1 είναι μόνο μερικά παραδείγματα.
Σχεδόν ένας στους τέσσερις ασθενείς με ένα αυτοάνοσο νόσημα μπορεί να εμφανίσει και δεύτερο. Οι γυναίκες, μάλιστα, αντιστοιχούν στο 80% των περιστατικών, γεγονός που οφείλεται στο χρωμόσωμα Χ, το οποίο φέρει πολλά γονίδια που ρυθμίζουν τις ανοσολογικές λειτουργίες.
Όπως εξηγεί ο δρ Αναστάσιος-Ι. Κανελλόπουλος, Χειρουργός-Οφθαλμίατρος και επιστημονικός διευθυντής του LaserVision, αυτά τα νοσήματα πλήττουν συστηματικά τον οργανισμό και συχνά παρουσιάζουν πολυάριθμα και διαφορετικά συμπτώματα. Το οφθαλμολογικό σύστημα αποτελεί έναν από τους πιο ευάλωτους στόχους.
Τα αυτοάνοσα συχνά προκαλούν συμπτώματα στα μάτια, που μπορεί να είναι το πρώτο σημάδι του προβλήματος. Σύμφωνα με τον καθηγητή, η ξηροφθαλμία σε σύνδρομο Sjörgen, η ραγοειδίτιδα από αγκυλοποιητική σπονδυλαρθρίτιδα, η σκληρίτιδα, η επισκληρίτιδα και η κερατίτιδα σε ρευματοειδή αρθρίτιδα αποτελούν μόνο μερικές από τις συχνότερες οφθαλμικές επιπλοκές.
Η ραγοειδίτιδα μπορεί να προκληθεί επίσης από ιδιοπαθή φλεγμονώδη νοσήματα εντέρου, σκλήρυνση κατά πλάκας, σαρκοείδωση ή νόσο Behcet, η οποία μπορεί να οδηγήσει έως και σε σοβαρή απώλεια όρασης. Επιπλέον, λύκος και κοκκιωμάτωση προκαλούν αγγειΐτιδα στον αμφιβληστροειδή, ενώ η νόσος Graves μπορεί να προκαλέσει εξόφθαλμο οφθαλμό.
Τα ιδιοπαθή φλεγμονώδη νοσήματα του εντέρου (ελκώδης κολίτιδα και νόσος του Crohn), ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος, η σκλήρυνση κατά πλάκας, η αγκυλοποιητική σπονδυλαρθρίτιδα, η νόσος Behcet, η σαρκοείδωση και η νόσος του Graves, μπορούν να προκαλέσουν από ήπια μέχρι και σοβαρά προβλήματα στα μάτια, φτάνοντας να απειλήσουν την όραση.
Η έγκαιρη ανίχνευση και κατάλληλη θεραπεία των οφθαλμικών προβλημάτων που σχετίζονται με τα αυτοάνοσα νοσήματα είναι καθοριστική για την αποφυγή μόνιμων βλαβών. Τα συμπτώματα μπορεί να διαφέρουν: ερυθρότητα, πόνος, φωτοφοβία, θολή όραση ή αίσθηση αιωρούμενων σωματιδίων. Επίσης, μπορεί να προκληθούν διπλωπία, έντονη ξηρότητα, μεταβολές στην χρωματική όραση, παραμόρφωση των γραμμών (‘μεταμορφοψία’), διπλές εικόνες ή ακόμα και απώλεια κεντρικής όρασης.
Στην Ελλάδα, όπου πολλές γυναίκες έχουν θυρεοειδοπάθεια, η διπλωπία στις ηλικίες 20-60 ετών πρέπει να αξιολογείται ως πιθανή εκδήλωση της νόσου Graves ή Hashimoto ακόμη κι αν οι αιματολογικές εξετάσεις είναι αρνητικές. Οι ειδικοί συστήνουν την άμεση επίσκεψη στον οφθαλμίατρο για κλινική εκτίμηση των συμπτωμάτων, ενώ η μαγνητική τομογραφία μπορεί να αποκαλύψει χαρακτηριστικά ευρήματα στους εξωφθάλμιους μυς.
Ο εντοπισμός της ακριβούς αιτίας συχνά δεν είναι απλός, ιδιαίτερα σε όσους δεν έχουν διαγνωσθεί ακόμη με αυτοάνοσο νόσημα. Ωστόσο, οι σύγχρονες διαγνωστικές μέθοδοι, όπως η οπτική τομογραφία συνοχής (OCT), η OCT αγγειογραφία και η ανίχνευση βιοδεικτών στο αίμα, αποτελούν πολύτιμα εργαλεία.
Οι θεραπευτικές επιλογές εξαρτώνται από τον τύπο και τη σοβαρότητα του νοσήματος, και μπορεί να περιλαμβάνουν ειδικές σταγόνες, γυαλιά, πρίσματα ή ακόμα και χειρουργική επέμβαση. Οι ασθενείς με αυτοάνοσα είναι καίριο να εξετάζονται τακτικά από οφθαλμίατρο, ώστε να προστατεύουν την όρασή τους και να αναγνωρίζουν νωρίς τυχόν ύποπτα συμπτώματα που μπορεί να απειλήσουν τα μάτια τους.
