Τα τελευταία εικοσιτετράωρα, ο πανικός που επικρατεί γύρω από τον ιό Hantaan έχει κατακλύσει τόσο τα παγκόσμια όσο και τα εγχώρια μέσα ενημέρωσης, μετά τα νέα περιστατικά μόλυνσης που εντοπίστηκαν σε κρουαζιερόπλοιο. Ποια είναι, όμως, η αλήθεια για τον ιό και ποιος ο ρεαλιστικός κίνδυνος που διατρέχει ο πληθυσμός;
Ο ιός Hantaan είναι υπεύθυνος για τον Αιμορραγικό Πυρετό με Νεφρικό Σύνδρομο, μία σοβαρή νόσο για τον άνθρωπο που ανακαλύφθηκε για πρώτη φορά τη δεκαετία του ’70 στην Κορεατική Χερσόνησο. Ονομάστηκε από τον ποταμό Hantan, κοντά στον οποίο εμφανίστηκαν τα πρώτα κρούσματα. Η μετάδοσή του γίνεται κυρίως μέσω ούρων, κοπράνων ή σάλιου από μολυσμένα ποντίκια των αγρών. Εισπνέοντας τα σωματίδια από τα περιττώματα των τρωκτικών αυτών, μπορεί κανείς να νοσήσει.
Σημαντικό ιστορικό παράδειγμα υπάρχει και στη χώρα μας. Το καλοκαίρι του 1982 στα Ιωάννινα, παρατηρήθηκε κύμα ασθενών με υψηλό πυρετό και συμπτώματα που μπέρδευαν τους γιατρούς. Αν και αρχικά αποδόθηκαν σε λεπτοσπειρώσεις, τα εργαστηριακά αποτελέσματα δεν επιβεβαίωσαν τη διάγνωση. Μετά από επικοινωνία με το CDC στην Αμερική, προτάθηκε η θεωρία ότι πρόκειται για τοπική εξάπλωση του κορεατικού αιμορραγικού πυρετού. Η υπόθεση επιβεβαιώθηκε από τον καθηγητή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Αντώνη Αντωνιάδη, όταν οι αιματολογικές εξετάσεις έδειξαν αντισώματα στον ιό Hantaan.
Τα συμπτώματα της λοίμωξης ποικίλλουν, με πονοκέφαλο, πόνο στη μέση, κοιλιακά άλγη, ρίγη, πυρετό και θαμπή όραση να είναι τα πιο συχνά στην αρχή, ενώ στα σοβαρά περιστατικά μπορεί να παρουσιαστεί νεφρική και καρδιακή ανεπάρκεια, αλλά και αιμορραγία. Η αντιμετώπιση της ενδημίας στα Ιωάννινα στηρίχθηκε στην ενημέρωση των αγροτών και την εξάλειψη των ποντικιών στα χωράφια, κάτι που αποδείχθηκε αποτελεσματικό με το τέλος της απειλής.
Ο καθηγητής Χαράλαμπος Μ. Μουτσόπουλος υπογραμμίζει πως η νόσος δεν μεταδίδεται από άνθρωπο σε άνθρωπο. Ο πραγματικός κίνδυνος προέρχεται μόνο από την επαφή με μολυσμένα τρωκτικά, και όχι μεταξύ ανθρώπων, ενώ χαρακτηρίζει υπερβολικές τις εικόνες με υγειονομικούς να φορούν υπυστολές ειδικής προστασίας στα ΜΜΕ, καθώς αυτές τροφοδοτούν φόβο και παραπληροφόρηση.
