
Οι πρόσφατες εντάσεις στη Μέση Ανατολή δεν περιορίζονται μόνο στη γεωγραφική τους εστία, αλλά πυροδοτούν παγκόσμια αβεβαιότητα, αγγίζοντας με ορμή τις διεθνείς αγορές και απειλώντας άμεσα την αγροτική παραγωγή σε παγκόσμιο επίπεδο.
Κεντρικό ρόλο παίζουν τα Στενά του Ορμούζ, από τα οποία διέρχεται το ένα τρίτο της παγκόσμιας διακίνησης λιπασμάτων. Οποιαδήποτε διακοπή στη ναυσιπλοΐα στο συγκεκριμένο σημείο έχει προκαλέσει αλυσιδωτές αυξήσεις τιμών, καταδεικνύοντας το πόσο ευαίσθητο είναι το κόστος των τροφίμων από τις διεθνείς εξελίξεις.
Η κρίση αυτή έχει διπλή επίδραση: εκτός από τη διακίνηση, επηρεάζει και την ίδια την παραγωγή λιπασμάτων, όπως η ουρία και τα αζωτούχα, η παραγωγή των οποίων εξαρτάται στα μέγιστα (έως και 90%) από το φυσικό αέριο. Το αυξανόμενο κόστος ενέργειας οδηγεί σε περιορισμό της παραγωγής και εκτίναξη των τιμών, με την Ελλάδα –που βασίζεται κυρίως σε εισαγωγές– να βρίσκεται σε δύσκολη θέση.
Η περιοχή του Περσικού Κόλπου αποτελεί υπερδύναμη στον τομέα αυτό, καλύπτοντας σχεδόν τον μισό όγκο παγκόσμιων εξαγωγών ουρίας και το 30% της αμμωνίας. Τα νούμερα σοκάρουν: Μόλις μέσα σε τέσσερις εβδομάδες (τέλος Φεβρουαρίου – τέλος Μαρτίου 2026) η τιμή της ουρίας εκτινάχθηκε από τα $460 στα $690 ανά τόνο! Αυτά τα λιπάσματα είναι ζωτικής σημασίας για το ξεκίνημα της καλλιεργητικής περιόδου και οι αυξήσεις τους συνιστούν μείζον κίνδυνο για τις σοδειές.
Παρότι το ποσοστό ανόδου στα φωσφορικά λιπάσματα που έχουν άζωτο είναι μικρότερο, ο επιπλέον οικονομικός «πονοκέφαλος» για τους αγρότες είναι μεγάλος. Οι παραγωγοί αναγκάζονται να μειώνουν τη χρήση λιπασμάτων ή να στρέφονται σε καλλιέργειες με λιγότερες απαιτήσεις, γεγονός που οδηγεί σε μείωση αποδόσεων. Αυτό μπορεί να φέρει νέο κύμα ακρίβειας στα βασικά είδη διατροφής, ενώ η παρατεταμένη μειωμένη λίπανση εγκυμονεί κινδύνους για την ποιότητα και γονιμότητα των εδαφών. Ταυτόχρονα, το αυξημένο ενεργειακό κόστος ανεβάζει κι άλλο τις τιμές των εισαγόμενων πρώτων υλών για τη βιομηχανία τροφίμων.
Η ανάσχεση των αυξήσεων στις τιμές των τροφίμων δεν είναι υπόθεση ενός μέτρου. Απαιτούνται παρεμβάσεις σε όλα τα στάδια, από την ενέργεια μέχρι το χωράφι και το ράφι. Κρίσιμο βήμα αποτελεί η διατήρηση της επάρκειας σε λιπάσματα για βασικές καλλιέργειες. Η απόφαση της κυβέρνησης να επιδοτήσει κατά 15% το κόστος αγοράς λιπασμάτων λειτουργεί ως προσωρινή «ασπίδα» κατά των ανατιμήσεων, καλύπτοντας περίπου το 1/3 της αύξησης των τιμών εάν δοθεί έγκαιρα στους παραγωγούς.
Ωστόσο, μακροπρόθεσμα επιβάλλεται μια εθνική στρατηγική για τα λιπάσματα. Προτεραιότητα πρέπει να δοθεί σε στρατηγικές καλλιέργειες βασικής διατροφής και ζωοτροφών, ενώ η υιοθέτηση γεωργίας ακριβείας μπορεί να βοηθήσει στον περιορισμό της υπερκατανάλωσης λιπασμάτων. Ταυτόχρονα, είναι αναγκαία η στροφή προς βιολογικά λιπάσματα και επενδύσεις στην εγχώρια παραγωγή και την «πράσινη» αμμωνία, ώστε να μειωθεί η εξάρτηση από ευάλωτες –πολιτικά και ενεργειακά– εισαγωγές.
Τέλος, σε περιόδους κρίσης, η κερδοσκοπία στις αγορές λειτουργεί ως επιταχυντής των αυξήσεων, καθώς πολλές φορές οι τιμές διαμορφώνονται από τις προσδοκίες ελλείψεων και όχι μόνο από τα πραγματικά αποθέματα και τη ζήτηση. Η αποθεματοποίηση και η μαζική είσοδος επενδυτικών κεφαλαίων στις διεθνείς αγορές λιπασμάτων και ενέργειας διογκώνουν αυτή τη μεταβλητότητα.
Σπύρος Κίντζιος, Πρύτανης Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών
