
Αναστάτωση επικρατεί στη Μεθώνη μετά τη σεισμική δόνηση μεγέθους 5,3 Ρίχτερ που σημειώθηκε στα νότια ανοιχτά της περιοχής, με τους ειδικούς να επισημαίνουν την ανάγκη για ψυχραιμία αλλά και εγρήγορση καθώς η σεισμική ακολουθία βρίσκεται σε εξέλιξη.
Ο Αθανάσιος Γκανάς, διευθυντής Ερευνών στο Γεωδυναμικό Ινστιτούτο, χαρακτήρισε τον σεισμό «τυπικό για το νοτιοδυτικό τμήμα του ελληνικού τόξου», διευκρινίζοντας ότι το φαινόμενο συνέβη σε θαλάσσια περιοχή, 9 χιλιόμετρα βάθος, και έγινε ιδιαίτερα αισθητό σε όλη την Πελοπόννησο. «Θα χρειαστεί να περιμένουμε μέχρι το μεσημέρι της Δευτέρας για να υπάρξει βεβαιότητα αν πρόκειται για τον κύριο σεισμό ή αν η μετασεισμική δραστηριότητα συνεχιστεί», τόνισε ο κ. Γκανάς.
Ο Βασίλης Καραστάθης, επικεφαλής του Γεωδυναμικού Ινστιτούτου του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών, υπογράμμισε ότι στην περιοχή σημειώνονται συχνά σεισμοί τέτοιου μεγέθους λόγω της γειτνίασης με το Ελληνικό τόξο. Υπενθύμισε τους σημαντικούς σεισμούς του 2008 (6,7 Ρίχτερ) και του 1947, καλώντας το κοινό να διατηρήσει την ψυχραιμία του, χωρίς να προκαλείται ανησυχία εφόσον δεν υπάρχουν ενδείξεις για κάτι μεγαλύτερο.

Ο δήμαρχος Πύλου-Νέστορος, Παναγιώτης Καρβέλας, μετέφερε ότι βρισκόταν κοντά στο επίκεντρο, στη Φοινικούντα, την ώρα της δόνησης. Όπως δήλωσε, δεν έχουν καταγραφεί ζημιές και η ανησυχία που προκλήθηκε ήταν προσωρινή.
Από την πλευρά του, ο Γεράσιμος Παπαδόπουλος τόνισε πως ο σεισμός καταγράφηκε στην ευρύτερη περιοχή της Πύλου και είχε διάρκεια έως και δέκα δευτερόλεπτα, ενώ ελαφρά έγινε αισθητός και στην Αττική. Τόνισε όμως ότι είναι πρόωρο να ειπωθεί αν πρόκειται για τον κύριο σεισμό ή όχι. «Η περιοχή έχει ιστορικό ισχυρών σεισμών, με τον πιο πρόσφατο μεγάλο να σημειώνεται το 2008 με μέγεθος 6,6 Ρίχτερ», σχολίασε χαρακτηριστικά.
Όλοι οι επιστήμονες συμφωνούν ότι είναι απαραίτητη η επαγρύπνηση αλλά και το να μη δημιουργηθεί πανικός, καθώς δεν υπάρχουν μέχρι στιγμής αναφορές για καταστροφές ή τραυματισμούς.
