Η αναστάτωση στη Βενεζουέλα μετά τη ξαφνική επίθεση των ΗΠΑ έχει φουντώσει τις ανησυχίες διεθνώς, με τον απόηχο να φτάνει μέχρι και την Ελλάδα, καθώς οι εκτιμήσεις για τον προϋπολογισμό του 2026 βρίσκονται πλέον υπό αμφισβήτηση. Ο λόγος; Η αβεβαιότητα γύρω από τις τιμές του πετρελαίου, στις οποίες βασίζονται οι δημοσιονομικές προβλέψεις της χώρας μας, μεγαλώνει διαρκώς λόγω της κρίσης σε μία από τις μεγαλύτερες παραγωγούς χώρες στον κόσμο.
Η Ελλάδα δεν μένει ανεπηρέαστη, καθώς η επίδραση των διεθνών αγορών ενδέχεται να τροποποιήσει ριζικά το τοπίο. Εάν η αναταραχή στη Βενεζουέλα αποδειχθεί επίμονη και όχι απλώς μια παροδική ταραχή, τότε ο μέσος όρος τιμών του Brent μπορεί να εκτιναχθεί, επηρεάζοντας καύσιμα και γενικό πληθωρισμό, με άμεσες επιπτώσεις για την κατανάλωση, τα δημόσια έσοδα και την ανάγκη λήψης νέων μέτρων στήριξης.
Το προσχέδιο για τον ελληνικό προϋπολογισμό του 2026 στηρίζει τους υπολογισμούς του στην υπόθεση της τιμής Brent στα 64 δολάρια ανά βαρέλι, χαμηλότερα από τα 67,7 δολάρια του 2025 και αρκετά κάτω από τα 80,5 δολάρια του 2024, ακολουθώντας τις προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Όμως, αν η τιμή τελικά κινηθεί σε υψηλότερα επίπεδα, δεν αποκλείεται να προκύψουν σημαντικές αποκλίσεις σε ανάπτυξη, πληθωρισμό, έσοδα και δαπάνες.
Η κατάσταση στη Βενεζουέλα παραμένει εκρηκτική: Σύμφωνα με πληροφορίες του Reuters στις 3 Ιανουαρίου 2026, οι εξαγωγές της χώρας έχουν σχεδόν μηδενιστεί, δεξαμενόπλοια μένουν ακινητοποιημένα και το βασικό λιμάνι Jose έχει ουσιαστικά σταματήσει να λειτουργεί. Αν δεν υπάρξει ταχεία ανάκαμψη στις εξαγωγές, οι αποθήκες κινδυνεύουν με κορεσμό και ίσως οδηγηθούμε σε περικοπές παραγωγής, ακόμα και χωρίς σοβαρές ζημιές στις υποδομές.
Τον Νοέμβριο του 2025, η παραγωγή εξαγωγών είχε φτάσει στα 921.000 βαρέλια ημερησίως, αλλά μέχρι τις αρχές Ιανουαρίου οι ροές είχαν ήδη μειωθεί δραματικά. Όσοι ελπίζουν σε γρήγορη πολιτική σταθεροποίηση και επενδυτική επανεκκίνηση δεν προβλέπουν χειροπιαστά αποτελέσματα μέσα στο 2026, καθώς η αναγκαία αναβάθμιση των υποδομών απαιτεί χρόνο και σταθερότητα.
Μολονότι η Ελλάδα δεν εισάγει πετρέλαιο απευθείας από τη Βενεζουέλα, η σύγχυση αυτή μετακυλίεται στην αύξηση της τιμής του Brent, με συνέπειες στην τιμή της βενζίνης, του ντίζελ και των ναυτιλιακών καυσίμων, ενισχύοντας τον συνολικό πληθωρισμό και φέρνοντας νέα ανασφάλεια στο οικονομικό μέλλον.
Εάν οι τιμές των καυσίμων σκαρφαλώσουν, μπορεί να φανεί προσωρινά μια αύξηση στον ΦΠΑ ανά λίτρο, όμως η πτώση της κατανάλωσης θα ισοφαρίσει ή και θα ξεπεράσει κάθε πρόσκαιρο δημοσιονομικό όφελος. Την ίδια στιγμή, οι αυξημένες ενεργειακές δαπάνες θα μπορούσαν να απαιτήσουν περισσότερα μέτρα στήριξης για νοικοκυριά και επιχειρήσεις, πιέζοντας τον ήδη περιορισμένο δημοσιονομικό χώρο εντός των ευρωπαϊκών κανόνων.
Η αβεβαιότητα γύρω από την κρίση της Βενεζουέλας μετατρέπεται, λοιπόν, σε έναν σοβαρό πονοκέφαλο για την ελληνική οικονομία, με τον προϋπολογισμό του 2026 να δοκιμάζεται σε πρωτόγνωρες συνθήκες ευθραυστότητας.
