
Η αύξηση των τιμών στα καύσιμα αποτελεί πραγματικό «πονοκέφαλο» για τα νοικοκυριά, προκαλώντας ανησυχία λόγω της συνεχιζόμενης ακρίβειας, αλλά ταυτόχρονα επιδρά και στα δημόσια έσοδα, καθώς το κράτος αποκομίζει σημαντικό ποσοστό της τελικής τιμής του κάθε λίτρου καυσίμων.
Παρόλα αυτά, δεν συνεπάγεται αυτόματα αύξηση των φορολογικών εσόδων, αφού η ακρίβεια επηρεάζει την γενικότερη κατανάλωση. Οι συνεχείς διακυμάνσεις στις τιμές καυσίμων δεν αντανακλώνται άμεσα στα ταμεία του κράτους.
Σύμφωνα με τα πρόσφατα δεδομένα, η τιμή Brent διεθνώς φτάνει τα 84-85 δολάρια ανά βαρέλι. Στις 3 Μαρτίου 2026, η μέση τιμή αμόλυβδης βενζίνης διαμορφώθηκε στα 1,765 ευρώ ανά λίτρο, ενώ το πετρέλαιο κίνησης διατίθεται στα 1,588 ευρώ το λίτρο. Σε ορισμένες περιοχές, η τιμή της βενζίνης αγγίζει το 2,35 ευρώ, αποκαλύπτοντας τη ραγδαία διασπορά στις τιμές λόγω εξωτερικών πιέσεων.
Φορολογία: Πού προστίθενται τα οφέλη για το κράτος
Το κράτος στηρίζεται κυρίως στον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης (ΕΦΚ), ο οποίος παραμένει σταθερά στα 0,70 ευρώ/l. Αυτό σημαίνει πως ανεξάρτητα από το πόσο αυξάνεται η τιμή του καυσίμου, το ποσό αυτό δεν αλλάζει. Αντίθετα, ο ΦΠΑ 24% μεταβάλλεται δυναμικά αφού υπολογίζεται επί της συνολικής αξίας, με αποτέλεσμα όσο υψηλότερη η τελική τιμή τόσο μεγαλύτερα τα έσοδα από τον φόρο προστιθέμενης αξίας.
Για παράδειγμα, με μέση τιμή αμόλυβδης στα 1,751 ευρώ ανά λίτρο, τα συνολικά ποσά φόρων, τελών και λοιπών επιβαρύνσεων φτάνουν στο 1,0519 ευρώ/l, δηλαδή περίπου το 60% της τελικής τιμής. Αν ανέβει η μέση τιμή στα 1,90 ευρώ το λίτρο, ο ΦΠΑ αυξάνεται κατά περίπου 2,6 λεπτά ανά λίτρο, ενώ στα 2 ευρώ η διαφορά φτάνει στα 4,5 λεπτά. Αυτή η αύξηση αποφέρει άμεσο οικονομικό όφελος αλλά όλα εξαρτώνται από την ανταπόκριση των καταναλωτών.
Η κατανάλωση ως καθοριστικός παράγοντας
Η συνολική ζήτηση, αν και γενικά παραμένει σε υψηλά επίπεδα λόγω της αναγκαιότητας των καυσίμων, μπορεί να υποστεί μικρές μειώσεις καθώς κάποιοι οδηγοί περιορίζουν τη χρήση του αυτοκινήτου ή χρησιμοποιούν εναλλακτικούς τρόπους μετακίνησης.
Κάθε μείωση στην κατανάλωση χτυπά άμεσα τον ΕΦΚ, καθώς αυτός υπολογίζεται ανά λίτρο. Για παράδειγμα, εάν πουληθούν 1.000.000 λίτρα, το κράτος εισπράττει 700.000 ευρώ από ΕΦΚ. Μείωση κατά 5% οδηγεί σε απώλεια 35.000 ευρώ. Για να αντισταθμιστεί, απαιτείται αρκετά μεγάλη αύξηση τιμής ώστε ο επιπλέον ΦΠΑ να καλύψει το χαμένο ποσό, κάτι που σπάνια συμβαίνει. Έτσι, παρατεταμένη άνοδος στις τιμές δεν φέρνει πάντα και περισσότερα έσοδα.
Έμμεσες συνέπειες και ο πόλεμος της ακρίβειας
Η δεύτερη πλευρά του προβλήματος έχει να κάνει με τη γενική ανακατανομή των δαπανών: Τα νοικοκυριά, σε μεγάλα διαστήματα ακρίβειας, αναγκάζονται να περιορίσουν απαιτούμενες δαπάνες σε άλλους τομείς για να καλύψουν βασικές ανάγκες μετακίνησης και ενέργειας. Αυτό οδηγεί σε μικρότερο ΦΠΑ από λιανεμπόριο και υπηρεσίες, καθώς και πιέσεις στα λειτουργικά έξοδα των εταιρειών, περιορίζοντας ενδεχομένως τα κέρδη και κατ’ επέκταση τους φόρους εισοδήματος.
Οι αναλυτές της Moody’s εκτιμούν πως η κρίση δεν θα ξεπεράσει τις 4-6 εβδομάδες. Εάν το φαινόμενο περιοριστεί χρονικά, οι αναταράξεις στα δημόσια έσοδα θα είναι ήπιες. Αν όμως η άνοδος της τιμής πετρελαίου συνεχιστεί και προσεγγίσει τα 95-100 δολάρια το βαρέλι, οι τιμές των καυσίμων ίσως πλησιάσουν τα 2 ευρώ ανά λίτρο, χτυπώντας περισσότερο περιοχές και νησιά με μικρό ανταγωνισμό.
