
Στα πρόθυρα μίας οριακής συμφωνίας βρίσκεται η Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς αγωνίζεται να διαμορφώσει ένα εμπορικό πλαίσιο που όχι μόνο θα απευθύνεται στη διοίκηση του Ντόναλντ Τραμπ, αλλά θα αντέχει και στις εσωτερικές εντάσεις των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων.
Αντιπρόσωποι από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχουν προσέλθει στο Στρασβούργο σε μια προσπάθεια να κλείσουν το κεφάλαιο του νέου διατλαντικού εμπορικού συμφώνου, προϊόν διαπραγματεύσεων που ξεκίνησαν στο Turnberry της Σκωτίας, όπου είχε συναντηθεί το καλοκαίρι ο πρόεδρος των ΗΠΑ με Ευρωπαίους αξιωματούχους.
Ο πυρήνας της διαμάχης αφορά το πόσο ασφαλής πρέπει να καταστεί η συμφωνία απέναντι σε απρόβλεπτες κινήσεις του Τραμπ, κυρίως μέσω της σύνδεσης της αφαίρεσης δασμών από την ΕΕ για αμερικανικά προϊόντα με την υποχρέωση των ΗΠΑ να διατηρούν τους δικούς τους δασμούς σε επίπεδα έως 15% στις ευρωπαϊκές εξαγωγές.
Πηγή αισιοδοξίας παραμένει ο Μπέρντ Λάνγκε, επικεφαλής διαπραγματευτής του Ευρωκοινοβουλίου, που δηλώνει πως παραμένει εφικτό να διαμορφωθεί ένα αποτέλεσμα ανθεκτικό απέναντι στις αμερικανικές πιέσεις, προασπίζοντας ταυτόχρονα το ευρωπαϊκό συμφέρον.
Ωστόσο, η συμφωνία σκοντάφτει στην αντίσταση κεντροαριστερών και φιλελεύθερων ευρωβουλευτών, λόγω τόσο των προηγούμενων δηλώσεων Τραμπ για τη Γροιλανδία, όσο και λόγω της ανατροπής σημαντικών πτυχών της εμπορικής πολιτικής του από το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ.
Ο Λάνγκε, ως πρόεδρος της επιτροπής εμπορίου και μέλος του γερμανικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, απαιτεί ισχυρές ασφαλιστικές δικλείδες στη συμφωνία, συγκρουόμενος με κυβερνήσεις–με προεξάρχον το Βερολίνο– που πιέζουν για άμεση επικύρωση χωρίς επιπρόσθετους όρους.
Όπως περιέγραψε ανώνυμα Ευρωπαίος διπλωμάτης, το κλίμα θυμίζει μια σχέση γεμάτη εντάσεις, όπου η λειτουργικότητα υπερβαίνει τα αισθήματα. Παράλληλα, οι πολυεπίπεδες διαφωνίες αποτελούν δοκιμασία για τη διατλαντική σχέση που διαχειρίζεται όγκο εμπορίου αξίας 1,7 τρισ. ευρώ, ανάλογο με το 30% του παγκόσμιου συνολικού εμπορίου.
Οι αντεγκλήσεις προκαλούν ανησυχία στις ΗΠΑ, με τον Τραμπ να απειλεί πως αν ώς τις 4 Ιουλίου δεν υπάρξει συμφωνία, θα θεσπίσει 25% δασμούς στα ευρωπαϊκά αυτοκίνητα. Ο απεσταλμένος του, Άντριου Πουζντέρ, δηλώνει ξεκάθαρα ότι «ο πρόεδρος έχει δει αρκετά» και πως προτιμά μια λύση αντί της σύγκρουσης.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εστιάζει σε μία ισορροπημένη λύση που να διατηρεί την ισορροπία με τον Τραμπ και να διασφαλίζει πλειοψηφία από τους Σοσιαλιστές & Δημοκράτες, τους Φιλελεύθερους του Renew και τους Πράσινους. Αυτές οι ομάδες απαιτούν ρήτρες «sunrise» και «sunset», που καθυστερούν την εφαρμογή μέχρι να μειωθούν οι αμερικανικοί δασμοί και θέτουν χρονικό όριο λήξης, αντίστοιχα.
Από τη μία, οι συντηρητικοί του ΕΛΚ αποδέχονται με δυσκολία τη «sunrise» ρήτρα, τα κράτη-μέλη όμως θέλουν άμεση υλοποίηση, επισημαίνοντας το ενδεχόμενο ζημιών για τους ευρωπαίους εξαγωγείς. Η Επιτροπή ορίζει πως μπορεί να αναστείλει παραχωρήσεις αν οι ΗΠΑ δεν προχωρήσουν μέχρι το τέλος του 2026. Ο Λάνγκε επιμένει: «Ζητάμε σαφείς εγγυήσεις και μηχανισμούς αναστολής και λήξης».
Η ψήφιση της συμφωνίας φαίνεται αβέβαιη – αν θεωρηθεί ότι τα κρατικά συμφέροντα επισκιάζουν τις ασφαλιστικές δικλείδες, το πιθανότερο είναι να απορριφθεί τον Ιούνιο. Όλοι αναγνωρίζουν ότι ο χρόνος πιέζει – αν δεν βρεθεί λύση τώρα, το μέλλον της διατλαντικής σχέσης κρίνεται αβέβαιο, ειδικά μετά τη λήξη των προσωρινών δασμών τον Ιούλιο.
Η Ζελιάννα Ζόβκο, επικεφαλής διαπραγματεύτρια του ΕΛΚ, ανέφερε: «Είμαι ικανοποιημένη που φτάνουμε στην τελική φάση και θα τηρήσουμε τη συμφωνία μας. Αυτό θα ενισχύσει τη συνεργασία με τις ΗΠΑ και σε άλλους τομείς».
