
Μια απλή τηλεοπτική προβολή ήταν αρκετή για να ξεκινήσει η αλυσίδα των γεγονότων που οδήγησε στη σύλληψη του γνωστού γκαλερίστα του Κολωνακίου, Γιώργου Τσαγκαράκη, ο οποίος πλέον αντιμετωπίζει βαριές κατηγορίες κακουργηματικού χαρακτήρα.
Η υπόθεση πήρε αναπάντεχη τροπή όταν, στις 24 Φεβρουαρίου 2026, η Ελληνική Αστυνομία έλαβε ανώνυμο μήνυμα που καλούσε σε έλεγχο των δραστηριοτήτων του γκαλερίστα. Μερικές ημέρες μετά, στις 6 Μαρτίου, δεύτερο — αυτή τη φορά επώνυμο — email καταγγέλλει πως τουλάχιστον επτά έργα που εμφανίζονταν προς πώληση στην τηλεόραση ήταν πλαστά.
Δεν πέρασε πολύ καιρός, και μόλις η εκπομπή παρουσίασε το Ευαγγέλιο, ένας βυζαντινολόγος από την Κύπρο εντόπισε το συγκεκριμένο αντικείμενο και ενημέρωσε το υπουργείο Πολιτισμού, θέτοντας σε συναγερμό τις Αρχές. Άμεσα σημάνθηκε συναγερμός στην ΕΛ.ΑΣ., και ακολούθησε η οργανωμένη επιχείρηση που κατέληξε στην έφοδο και τη σύλληψη του Τσαγκαράκη.
Είναι αξιοσημείωτο ότι ο ίδιος ο γκαλερίστας δεν έχει ακόμα αποκαλύψει πώς κατέληξε το Ευαγγέλιο στην κατοχή του, ενώ επιπλέον δεν έχει δώσει καμία εξήγηση και για τα επτά αυθεντικά έργα τέχνης που βρέθηκαν στις εγκαταστάσεις του. Οι αστυνομικοί ερευνούν αν το Ευαγγέλιο προέρχεται από κλοπή μοναστηριακού χώρου.
Σημαντικές εξελίξεις έρχονται για τον κατηγορούμενο, ο οποίος έλαβε προθεσμία για απολογία την Τρίτη, 24 Μαρτίου 2026, επιμένοντας στην άρνηση όλων των κατηγοριών. Εναντίον του έχουν απαγγελθεί οι ακόλουθες κατηγορίες: υπεξαίρεση μνημείων μεγάλης αξίας, μη δήλωση μνημείων, κατά συρροή απάτη με πλαστά έργα, καθώς και νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Παράλληλα, κατηγορίες ασκήθηκαν και στη συνεργάτιδά του για αποδοχή αρχαίου αντικειμένου μεγάλης αξίας.
Ο Γιώργος Τσαγκαράκης και η συνεργάτιδά του θα οδηγηθούν εκ νέου στον ανακριτή, όπου θα κληθούν να λογοδοτήσουν αναλυτικά για τα σοκαριστικά ευρήματα της αστυνομικής έρευνας, με την κοινή γνώμη να παρακολουθεί με αγωνία τις εξελίξεις.
