Εξελίξεις που προκάλεσαν έντονο ενδιαφέρον σημειώθηκαν στην υπόθεση του γνωστού γκαλερίστα Γιώργου Τσαγκαράκη, ο οποίος μετά την απολογία του, αφέθηκε ελεύθερος, αλλά υπό δρακόντειους περιορισμούς.
Συγκεκριμένα, το δικαστήριο του επέβαλε να εμφανίζεται μία φορά τον μήνα στο τοπικό αστυνομικό τμήμα, του απαγορεύτηκε η έξοδος από τη χώρα, ενώ θα πρέπει να καταβάλει εγγύηση-μαμούθ ύψους 50.000 ευρώ. Επιπλέον, απαγορεύτηκε κάθε δραστηριότητα που σχετίζεται με πώληση, κατοχή ή διακίνηση αρχαιοτήτων. Στο εξής, η ενασχόλησή του με έργα τέχνης θα επιτρέπεται μόνο εφόσον υπάρχουν επίσημα πιστοποιητικά γνησιότητας.
Κατά την απολογία ενώπιον των αρχών, ο 63χρονος Τσαγκαράκης αρνήθηκε όλες τις κατηγορίες, δηλώνοντας ότι τα έργα τέχνης που βρέθηκαν στην κατοχή του είναι οικογενειακά κειμήλια δεκαετιών. «Τα έργα ανήκουν στην οικογένειά μου από την εποχή του πατέρα μου. Δεν υπήρξε ποτέ πρόθεση να πωληθεί πλαστό έργο ή να εξαπατηθεί κάποιο άτομο» φέρεται να δήλωσε.
Αμφισβήτησε παράλληλα τη διαδικασία ελέγχου των έργων, χαρακτηρίζοντάς την βιαστική και ανεπαρκή, αφού διήρκεσε λιγότερο από τριάντα λεπτά. Ο ίδιος επικαλέστηκε τα 35 χρόνια επαγγελματικής ενασχόλησης με την αγορά τέχνης, επισημαίνοντας ότι τα οικονομικά του είναι απολύτως διαφανή λόγω της λειτουργίας τριών καταστημάτων τέχνης στην κατοχή του.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στο Ευαγγέλιο του 1745, με τον Γιώργο Τσαγκαράκη να προσκομίζει έγγραφα που, όπως υποστηρίζει, αποδεικνύουν την νόμιμη απόκτησή του από στέλεχος αλλοδαπής εταιρείας. Ο ίδιος προκάλεσε τις αρχές να συνεχίσουν τη διερεύνηση, δηλώνοντας ότι είχε ενημερώσει ο ίδιος τη σχετική υπηρεσία αρχαιοτήτων για έλεγχο.
Στην υπόθεση εμπλέκεται επίσης υπάλληλος της επιχείρησής του, η οποία βρέθηκε να κατέχει κινητό μνημείο μεγάλης αξίας. Ωστόσο, εκείνη αφέθηκε ελεύθερη χωρίς περιοριστικούς όρους.
Το χρονικό της υπόθεσης που συγκλονίζει
Η αρχή του σκανδάλου έγινε στα τέλη Φεβρουαρίου 2026, όταν οι πρώτες καταγγελίες κατά του Τσαγκαράκη έφθασαν στις αρχές. Στις 19 Μαρτίου, Κύπριος ειδικός στη βυζαντινή τέχνη ανέδειξε το ζήτημα του Ευαγγελίου του 1745, που σύμφωνα με τον ίδιο, εμπίπτει σε αυστηρή αρχαιολογική νομοθεσία και απαγορεύεται να πωληθεί ή να δημοπρατηθεί.
Οι αστυνομικές δυνάμεις εντόπισαν στις αποθήκες του Τσαγκαράκη σειρά έργων υπογεγραμμένων από διάσημους Έλληνες ζωγράφους που, σύμφωνα με τη δικογραφία, θεωρούνται πλαστά. O ίδιος ωστόσο διαψεύδει τις κατηγορίες, επιμένοντας πως το Ευαγγέλιο αγοράστηκε νόμιμα, και ότι η ταυτότητα του πωλητή θα αποκαλυφθεί όταν αυτό κριθεί αναγκαίο.
Το περίφημο Ευαγγέλιο του 1745 τυπώθηκε σε ελληνικό τυπογραφείο της Βενετίας και βρίσκεται σε ελληνικό έδαφος υπό συνθήκες που δεν έχουν πλήρως αποσαφηνιστεί μέχρι σήμερα.
