
Θα μπορούσε το νέο άγαλμα του Κ.Π. Καβάφη στην πόλη να μετατραπεί σε διαχρονικό σημείο συνάντησης, όπως παλιά η πλατεία του Μπακάκου; Οι σύγχρονες πόλεις έχουν εμφανή ανάγκη να αποκτήσουν τοπόσημα που αναδεικνύουν τον πολιτισμό τους. Άλλωστε, οι ποιητές ήταν πάντα εκείνοι που αφουγκράζονταν τα συναισθήματα της κοινωνίας, προσφέροντας στοχασμούς για τη ζωή, αλλά και προειδοποιήσεις: «Μην την εξευτελίζεις», μοιάζει να μου ψιθυρίζει το άγαλμα – και συγχρόνως να με παρηγορεί καθώς αποχωρούμε.
Πάντα έβρισκα γοητευτική τη σύγχυση ανάμεσα σε ποιητές και αγάλματα, κι όταν κάποιος μου στερεί αυτή τη μαγεία, με κατακλύζει απογοήτευση. Αυτό ακριβώς ένιωσα όταν, πριν λίγα χρόνια, ο αγαπημένος Λευτέρης Παπαδόπουλος αποκάλυψε πως το περίφημο «άγαλμα που μ’ είδε» από το τραγούδι του, δεν ήταν παρά ένα κορίτσι του δρόμου — μια σημερινή σεξεργάτρια — καταρρίπτοντας όλη τη μεταφυσική αύρα που κουβαλούσε το τραγούδι τόσα χρόνια. Αυτή η ομολογία αντήχησε δυνατά μέσα μου, σαν να ξεφλουδίζεται βίαια το μάρμαρο ενός αριστουργήματος.
Από εκείνη τη στιγμή, η ποίηση – στα δικά μου μάτια – έχασε κάτι από το άπιαστο και το μαγικό της, μαζί με την αίσθηση του μαρμάρου που βρέχεται από δάκρυα. Αυτή είναι η ιδιαιτερότητα που μόνο ένα ποίημα ή ένα άγαλμα μπορεί να προσφέρει: μετατρέπει την ατομική συγκίνηση σε συλλογική εμπειρία.
Όσο για τη δίπλα προτομή της Μελίνας, δύσκολα τάραξε η συνύπαρξη με τον Καβάφη. Εκείνη πάντα ήξερε να αγκαλιάζει μύθους και ιστορίες χωρίς να δίνει σημασία στη χρονολόγηση και τη γραφειοκρατία τους. Όλοι μαζί, μύθοι, άνθρωποι και αγάλματα, λες και περιδιαβαίνουν στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου, με την Ακρόπολη και τους στύλους του Ολυμπίου Διός να παρατηρούν – όλα αυτά τυλιγμένα στους ήχους της Μυθωδίας του Βαγγέλη Παπαθανασίου. Είναι ήδη 25 χρόνια από τότε. Ποιος το περίμενε;
