Αποκαλυπτικά ευρήματα για τα ηφαίστεια της Χαβάης φέρνουν νέα δεδομένα στην επιστήμη
Στο επίκεντρο του επιστημονικού ενδιαφέροντος βρέθηκαν ξανά τα ηφαίστεια της Χαβάης, καθώς μια ανακάλυψη που έγινε πρόσφατα υπόσχεται να μεταβάλει όσα πιστεύαμε για τον τρόπο γέννησης αυτών των γιγαντιαίων δομών. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία, η περιοχή φιλοξενεί ισχυρές θερμικές μεταβολές στον μανδύα της Γης, φαινόμενα που μεταμορφώνουν ριζικά τις παραδοσιακές γεωλογικές θεωρίες.
Ειδικότερα, επιστήμονες ερμήνευσαν πια το διπλό κύμα εκρήξεων ίδιου ηφαιστείου λόγω της αύξησης της θερμότητας στον μανδύα, εξηγώντας γιατί ορισμένα ηφαίστεια, όπως αυτά της Χαβάης, ξεπέρασαν κάθε προσδοκία σε μέγεθος. Η εντυπωσιακή αλυσίδα ηφαιστείων μήκους 3.500 χιλιομέτρων αποδεικνύει ξεκάθαρα τη διαρκή επίδραση που έχει το θερμό σημείο στο υπέδαφος της περιοχής.
Προκαλώντας έκπληξη στους γεωλόγους, τα νέα δεδομένα φανερώνουν ότι το μανδυακό λοφίο όχι μόνο δεν ψύχεται, αλλά αντίθετα θερμάνθηκε κατά περίπου 250°C τα τελευταία 47 εκατομμύρια χρόνια. Ένας λεπτομερής χαρτογραφικός προσδιορισμός του ηφαιστείου Pūhāhonu ανέδειξε τις παραπάνω ανατροπές, θέτοντας υπό αμφισβήτηση τις παλαιές πεποιθήσεις για τη σταδιακή απώλεια της θερμότητας στα «θερμά σημεία».

Μελέτη επιστημόνων από το Πανεπιστήμιο της Χαβάης έδειξε σαφώς τη σύνδεση δύο θερμικών κυμάτων με τον σχηματισμό των μεγαλύτερων ηφαιστείων στο νησιωτικό σύμπλεγμα της Χαβάης. Η όλη ηφαιστειακή ζώνη αριθμεί 65 ηφαίστεια, ενώ η παραγωγή λάβας διαφέρει ως και 100 φορές κατά μήκος της κορυφογραμμής, γεννώντας νέα ερωτηματικά στους ειδικούς.
Η ερευνητική ομάδα του καθηγητή Michael Garcia ανέλυσε βασάλτες ολιβίνη από 16 ηφαίστεια, μελετώντας τέσσερα ενδεχόμενα αίτια των διαφορών στη λάβα: το πάχος της λιθόσφαιρας, τη σύσταση του μάγματος, τη μετακίνηση της τεκτονικής πλάκας και, το σημαντικότερο, τις διακυμάνσεις στη θερμοκρασία του λοφίου. Το τελευταίο αποδείχθηκε ο καθοριστικός παράγοντας.
Με τη βοήθεια ενός νέου υβριδικού «γεωθερμόμετρου», υπολόγισαν τη θερμοκρασία της λάβας κατά τον σχηματισμό της, εντοπίζοντας δύο ισχυρά κύματα θέρμανσης: το πρώτο 14-20 εκατομμύρια χρόνια πριν, όταν δημιουργήθηκε το εντυπωσιακό Pūhāhonu, και το δεύτερο κατά τα τελευταία 6 εκατομμύρια χρόνια που οδήγησε στη σημερινή μορφή των νησιών.
Σημαντικότατο εύρημα της έρευνας είναι πως η μακροχρόνια άνοδος της θερμοκρασίας ενδέχεται να σχετίζεται με κινήσεις θερμού υλικού στα βάθη του πλανήτη, επιφυλάσσοντας νέες συναρπαστικές εξελίξεις στην κατανόηση του εσωτερικού της Γης.
