
«Αυτή η αναταραχή είναι το μεγαλύτερο δώρο του Θεού προς εμάς, αφού θα δώσει την αφορμή να “καθαρίσουμε” τον στρατό». Αυτή ήταν η δήλωση του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν λίγες ώρες μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 2016, δηλώνοντας ξεκάθαρα τι θα ακολουθούσε στην Τουρκία.
Αμέσως μετά, η χώρα βυθίστηκε σε ένα κύμα διώξεων άνευ προηγουμένου απέναντι σε κάθε πολιτικό αντίπαλο του Ερντογάν. Χρησιμοποιώντας το πραξικόπημα σαν πρόσχημα, ο Τούρκος πρόεδρος ενεργοποίησε ένα καλομελετημένο σχέδιο πολιτικής εκκαθάρισης, καταδιώκοντας αδυσώπητα τους αντιπάλους του και ενισχύοντας την προσωπική του εξουσία όσο ποτέ.
Ο μεγάλος διωγμός και η «νέα Τουρκία»
Αμέσως μετά την αποτυχία της απόπειρας ανατροπής, στρατιώτες και αστυνομικοί που έμειναν πιστοί στον Ερντογάν ανέλαβαν δράση. Οι «γκιουλενιστές», Κούρδοι ακτιβιστές, ακαδημαϊκοί και όποιος επιχειρούσε να εκφράσει διαφωνία, βαφτίστηκαν εχθροί της πατρίδας και τιμωρήθηκαν παραδειγματικά.
Τις επόμενες ημέρες, χιλιάδες δημόσιοι υπάλληλοι και στελέχη του στρατού παύθηκαν ή έχασαν τη δουλειά τους, με αρκετούς να βρίσκονται αντιμέτωποι με τη φυλακή ή τα δικαστήρια. Ιδιαίτερα στη τουρκική πολεμική αεροπορία το πλήγμα ήταν τεράστιο, καθώς έμπειροι αξιωματικοί και πιλότοι απομακρύνθηκαν δημιουργώντας κενά που παραμένουν άλυτα μέχρι σήμερα. Παράλληλα, εκατοντάδες αιρετοί δήμαρχοι, κυρίως από περιοχές με Κούρδους, αντικαταστάθηκαν από ανθρώπους του Ερντογάν και του ΑΚΡ. ΜΜΕ βρέθηκαν στο στόχαστρο, ειδικά όσα θεωρούνταν κοντά στην κοσμική αντιπολίτευση, ενώ επιχειρήσεις αντιμετώπισαν διώξεις με αφορμή φόρους ή υποτιθέμενη χρηματοδότηση οργανώσεων.
Ανανέωση εξωτερικής πολιτικής και βαθύ ρήγμα με ΗΠΑ
Η αποτυχία του πραξικοπήματος σηματοδότησε και μια πιο επιθετική στάση στην εξωτερική πολιτική της χώρας, με τερματισμό των συνομιλιών για το Κουρδικό και στρατιωτικές επιχειρήσεις σε Ιράκ και Συρία όπου ιδρύθηκαν «ζώνες ασφαλείας». Το HDP είχε γίνει ισχυρό πολιτικά το 2015, προκαλώντας ανησυχία στο καθεστώς – και η απάντηση ήταν κατεδαφιστική.
Η σχέση με τις ΗΠΑ επιδεινώθηκε δραστικά, καθώς ο φερόμενος ως εγκέφαλος του πραξικοπήματος, Φετουλάχ Γκιουλέν, ζούσε στις ΗΠΑ και η αμερικανική άρνηση έκδοσής του οδήγησε σε κρίση. Οι ΗΠΑ απέβαλαν την Τουρκία από το πρόγραμμα F-35 λόγω των S-400 από τη Ρωσία, ενώ η υπόθεση Halkbank δημιούργησε νέο πονοκέφαλο. Η Ευρώπη, εν μέσω προσφυγικής κρίσης, επέλεξε να κρατήσει ισορροπίες, χωρίς να δώσει πλήρη στήριξη στον Ερντογάν.
Ο Γκιουλέν και η ρήξη που άλλαξε τα πάντα
Ο Φετουλάχ Γκιουλέν, γεννημένος το 1941, ξεκίνησε ως ιμάμης και σταδιακά δημιούργησε ένα δίκτυο τεράστιας επιρροής στην Τουρκία, που κάποτε συνεργάστηκε με τον Ερντογάν. Το 2013, με αφορμή σκάνδαλο που αφορούσε την οικογένεια Ερντογάν αλλά και μετά από τις διαμαρτυρίες στο πάρκο Γκεζί, ήρθε οριστικά η ρήξη και ξεκίνησε το «κυνήγι μαγισσών» κατά των γκιουλενιστών.
Ένα καθεστώς ισχυρότερο από ποτέ
Το πραξικόπημα οδήγησε στην οικοδόμηση ενός καθεστώτος που δεν διστάζει να χαρακτηρίσει κάθε εσωτερική αντίσταση σαν τρομοκρατία, ενισχύοντας τους κρατικούς μηχανισμούς και τις πελατειακές εξαρτήσεις. Οι δημόσιοι υπάλληλοι αυξήθηκαν από 3,56 εκατ. το 2016 σε 5,37 εκατ. τον Μάρτιο του 2026, στηρίζοντας τη νέα τάξη πραγμάτων.
Μια δεκαετία μετά, η Τουρκία έχει αλλάξει ριζικά, κλείνοντας έναν κύκλο που ξεκίνησε με εκείνη τη θρυλική νύχτα. Η ρήση του Ερντογάν δικαιώνεται: Το πραξικόπημα ήταν πράγματι το «δώρο» που ανέτρεψε τα πάντα στη χώρα του.
