
Μια απροσδόκητη ανακοίνωση του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (IEA) τάραξε πρόσφατα τη διεθνή αγορά ενέργειας: 400 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου από τα στρατηγικά αποθέματα των κρατών-μελών του, θα διατεθούν στην αγορά – η μεγαλύτερη τέτοια ενέργεια στην ιστορία του IEA.
Η αρχική αντίδραση των αγορών ήταν ανακούφιση, ωστόσο γρήγορα έγινε σαφές ότι αυτό το μέτρο μόνο προσωρινή επίδραση μπορεί να έχει. Τα πετρελαϊκά αποθέματα που θα απελευθερωθούν θα φτάσουν στους τελικούς προορισμούς τους ύστερα από μήνες, ενώ το μέγεθός τους καλύπτει μόνο ένα μικρό μέρος της παγκόσμιας ζήτησης. Έτσι, αρχικά υπήρξε πτώση στις τιμές, αλλά αμέσως μετά καταγράφηκε νέα άνοδος, με το αμερικανικό αργό να ξεπερνά τα $90 και το Brent να διαπερνά ξανά το φράγμα των $100. Με τις ΗΠΑ να προβλέπουν παραδόσεις 172 εκατομμυρίων βαρελιών από το Στρατηγικό Πετρελαϊκό τους Απόθεμα σε διάστημα περίπου 120 ημερών, η αβεβαιότητα παραμένει – ενώ ο πόλεμος συνεχίζεται.
Η τρέχουσα κρίση, αν συγκριθεί με το 2022, είναι πολύ πιο έντονη. Τότε, το IEA είχε διοχετεύσει στην αγορά 182 εκατομμύρια βαρέλια και οι ΗΠΑ άλλα 180 εκατομμύρια εντός έξι μηνών. Σήμερα, το «έλλειμμα» λόγω του πιθανού κλεισίματος των Στενών του Ορμούζ ανέρχεται σε 15 εκατομμύρια βαρέλια αργού και 5 εκατομμύρια άλλων πετρελαϊκών προϊόντων κάθε μέρα. Αν λοιπόν τα Στενά παραμείνουν κλειστά, τα αποθέματα θα εξαντληθούν σε λιγότερο από έναν μήνα!
Πέρα από τους αριθμούς, υπάρχουν κρίσιμες παράμετροι που αποσιωπούνται. Οι ΗΠΑ εμφανίζονται ως ο μεγαλύτερος παραγωγός υδρογονανθράκων παγκοσμίως, αλλά μεγάλο μέρος της παραγωγής τους προκύπτει από fracking – πετρέλαιο χαμηλής ποιότητας, το οποίο από μόνο του δεν είναι επαρκώς κατάλληλο για τις ενεργειακές απαιτήσεις τόσο της εγχώριας όσο και διεθνούς αγοράς. Για την παραγωγή βενζίνης υψηλών οκτανίων, απαιτείται μίξη με βαρέα πετρέλαια από χώρες όπως η Σαουδική Αραβία, ο Καναδάς ή ακόμα και η Βενεζουέλα. Ενδεικτικά, οι ΗΠΑ παράγουν 13 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα αλλά καταναλώνουν 21, εισάγοντας έτσι περίπου 8 εκατομμύρια βαρέλια καθημερινά – και μάλιστα όχι μόνο για όγκο, αλλά και για ποιότητα.
Αυτό μετατρέπει την εξάρτηση των ΗΠΑ από τα πετρελαϊκά κοιτάσματα της Μέσης Ανατολής σε ζήτημα κρίσιμης σημασίας, πολύ πιο περίπλοκο από ό,τι το 2022. Οι τρέχουσες προβλέψεις είναι ζοφερές: ακόμη και αν ο πόλεμος ηρεμήσει, οι τιμές δεν θα επιστρέψουν ποτέ στα επίπεδα των 60-70 δολαρίων. Το IRGC απειλεί με τιμές ακόμη και στα 200 δολάρια το βαρέλι.
Με απλά λόγια, η απελευθέρωση αποθεμάτων προσφέρει απλά μια πρόσκαιρη ανάσα. Δεν μπορεί να αποτρέψει τις μακροπρόθεσμες αναταράξεις που θυμίζουν έντονα τις ανακατατάξεις της δεκαετίας του ’70 – τότε που η ενεργειακή κρίση άλλαξε για πάντα τον κόσμο. Με το κόστος της ενέργειας να εκτοξεύεται, ένα νέο κύμα πληθωρισμού και βαθιών κοινωνικο-οικονομικών αλλαγών φαίνεται αναπόφευκτο. Τελικά, η ιστορία ίσως επαναληφθεί, αν δεν ακούσουμε τα σήματα κινδύνου του παρελθόντος.
