Ανατροπή ισορροπιών φέρνει η Ελλάδα στο ναυτικό της οπλοστάσιο, μετά την ένταξη των φρεγατών Belh@rra, με το βλέμμα στραμμένο τώρα στα πρωτοποριακά ισραηλινά μη επανδρωμένα υποβρύχια BlueWhale. Η κυβέρνηση έχει ήδη θέσει τις βάσεις για τη συνεργασία με την ισραηλινή αμυντική βιομηχανία και εγχώριες εταιρείες, εξετάζοντας τη συμπαραγωγή των εξελιγμένων αυτών συστημάτων, σε ένα σχέδιο που αντανακλά την αποφασιστικότητα για ψηφιακό εκσυγχρονισμό και ταυτόχρονη μείωση των κινδύνων για το προσωπικό των Ενόπλων Δυνάμεων.
Τα BlueWhale ξεχωρίζουν για την εντυπωσιακή αυτονομία τους: με μήκος 11 μέτρα και σχεδιασμό που παραπέμπει σε μεγαλόπρεπη τορπίλη, μπορούν να λειτουργούν αυτόνομα για ένα μήνα σε βάθη έως 300 μέτρων, παραμένοντας σχεδόν αόρατα στα εχθρικά ραντάρ χάρη στον εξαιρετικά χαμηλό ηχητικό τους αποτύπωμα. Ενισχυμένα με τεχνητή νοημοσύνη, παίρνουν κρίσιμες πρωτοβουλίες ανίχνευσης και παρακολούθησης χωρίς συνεχή ανθρώπινη καθοδήγηση.
Παρ’ ότι δεν μεταφέρουν οπλισμό, η συμβολή τους στον ανθυποβρυχιακό αγώνα είναι καθοριστική: Δίνουν το στίγμα εχθρικών υποβρυχίων, παρέχουν πολύτιμα δεδομένα και αποτελούν τον πρώτο κρίκο στην αλυσίδα εξουδετέρωσής τους. Παράλληλα, χάρη σε προηγμένους αισθητήρες, είναι κατάλληλα για επιχειρήσεις σε ρηχά νερά, ακόμη και δίπλα σε λιμάνια ή ναύσταθμους, αλλά και σε αποστολές ενάντια σε θαλάσσιες νάρκες, ένα από τα πιο θανατηφόρα όπλα από άποψη απωλειών στη ναυτική ιστορία.
Η δυνατότητα σύμπραξης των BlueWhale με τα υπάρχοντα επανδρωμένα υποβρύχια του στόλου, θυμίζει τη συνεργασία μεταξύ επανδρωμένων και μη επανδρωμένων αεροσκαφών στην Πολεμική Αεροπορία, πολλαπλασιάζοντας το επιχειρησιακό αποτύπωμα και την αποτελεσματικότητα των ελληνικών δυνάμεων, ενώ οι κίνδυνοι για τα πληρώματα ελαχιστοποιούνται. Ειδικά σε γεωγραφικές ζώνες όπως το Αιγαίο και η Ανατολική Μεσόγειος, όπου ο υποθαλάσσιος έλεγχος είναι ύψιστης σημασίας, μια τέτοια τεχνολογική καινοτομία προσφέρει καταλυτικό πλεονέκτημα, όπως έδειξε πρόσφατα και η χρήση αντίστοιχων συστημάτων στη Μαύρη Θάλασσα.
Σύμφωνα με τον αναλυτή Γιάννη Παλιούρα, η απόκτηση κάθε μη επανδρωμένου υποβρυχίου αγγίζει τα 80 εκατομμύρια ευρώ, χωρίς να υπολογίζονται συμπληρωματικές δαπάνες για εκπαίδευση και υποστήριξη. Στο τραπέζι βρίσκεται η προμήθεια ενός συστήματος σε πρώτο στάδιο, με πρόβλεψη για επέκταση του στόλου, ενδεχομένως και σε δώδεκα μονάδες. Η απόφαση της Αθήνας αναμένεται να κρίνει το μέλλον της ελληνικής παρουσίας στα βάθη του Αιγαίου – και να αποτελέσει σημείο-σταθμό στην ιστορία της εθνικής άμυνας.
