Ένα απρόσμενο και τολμηρό σχέδιο επεξεργάζεται ο Ντόναλντ Τραμπ, επιδιώκοντας να φέρει τη Γροιλανδία υπό αμερικανικό έλεγχο – και δεν διστάζει να θέσει ως επιλογή ακόμα και τη στρατιωτική εμπλοκή! Ο Λευκός Οίκος, με αιχμηρή ανακοίνωση στις 6 Ιανουαρίου 2026, αποκάλυψε πως η απόκτηση του αρκτικού νησιού θεωρείται ζωτικής σημασίας για την αμερικανική εθνική ασφάλεια και αποτελεί κυρίαρχη στρατηγική επιδίωξη του προέδρου. Σύμφωνα με το Reuters, εξετάζονται διάφορα σενάρια, από την εξαγορά έως τη δημιουργία ειδικής συμφωνίας ελεύθερης σύνδεσης με το νησί, ενώ υψηλόβαθμος αξιωματούχος υπογράμμισε πως ο Τραμπ σκοπεύει να ολοκληρώσει τη διαδικασία εντός της τρέχουσας θητείας του, παρά τις αντιδράσεις των συμμάχων στο NATO.
Ιδιαίτερη κινητικότητα καταγράφεται στη Γροιλανδία και τη Δανία, αφού και οι δύο κυβερνήσεις ζήτησαν άμεσα συνάντηση με τον Αμερικανό Υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, επιδιώκοντας διευκρινίσεις για τις προκλητικές δηλώσεις του Τραμπ. Όπως γνωστοποίησε η Υπουργός Εξωτερικών της Γροιλανδίας Βίβιαν Μότζφελντ με ανάρτησή της, τα δύο κράτη πίεζαν καθ’ όλη τη χρονιά για έναν υπουργικό διάλογο στις ΗΠΑ, χωρίς όμως αποτέλεσμα.
Το ζήτημα της Γροιλανδίας, ωστόσο, δεν είναι νέο. Από το 1867, έπειτα από την αγορά της Αλάσκας, οι ΗΠΑ εξέταζαν το ενδεχόμενο να αποκτήσουν το νησί για στρατηγικούς και εμπορικούς λόγους, αν και τότε δεν κατατέθηκε επίσημη πρόταση. Το 1946, ο Χάρι Τρούμαν προσέφερε 100 εκατομμύρια δολάρια στη Δανία για τη Γροιλανδία, μια πρόταση που απορρίφθηκε αλλά οδήγησε να εγκαθιδρυθεί μόνιμη αμερικανική στρατιωτική παρουσία μέσω της αεροπορικής βάσης Θούλης.
Χαρακτηριστική και η κρίση του 1968, όταν η πτώση πυρηνικού βομβαρδιστικού κοντά στη Θούλη ανέδειξε τις εντάσεις σε θέματα κυριαρχίας και εμπιστοσύνης. Η πρόθεση Τραμπ το 2019 να αγοράσει το νησί αναβίωσε τις συζητήσεις περί «κατοχής» και αποκάλυψε πόσο πολύτιμη θεωρείται η Γροιλανδία για τις αμερικανικές στρατηγικές – ειδικά σε μια περίοδο μεγάλου γεωπολιτικού ανταγωνισμού.
Οι σχέσεις με τη Γροιλανδία παραμένουν γεμάτες προκλήσεις, ενώ το μέλλον της περιοχής εξαρτάται πλέον τόσο από τους σχεδιασμούς της Ουάσιγκτον όσο και από την αποφασιστικότητα της Γροιλανδίας και της Δανίας να διαφυλάξουν την αυτονομία τους.
